Αθλητισμός-Πρωταθλητισμός στην υπηρεσία του παιδιού

Γράφει ο Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος Ζαρώτης Γιάννης
  Η προσφορά του αθλητισμού στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην πορεία εξέλιξης του ατόμου τίθεται αρκετές φορές σε αμφιβολία. Ο αθλητισμός ως έννοια δεν θεωρείται κάτι «καλό» ή «κακό», χωρίς την παρεμβολή του ανθρώπου.
Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να κάνουμε αθλητισμό, οι συμπεριφορές που αναπτύσσονται, οι αξίες που καλλιεργούνται, οι στόχοι και ο τρόπος επίτευξής τους είναι ορισμένα από τα στοιχεία που καθορίζουν την ανάδειξη του αθλητισμού σε κάτι ωφέλιμο ή μη.
  Σε αντιστοιχία με την έννοια του αθλητισμού, βρίσκεται και ο πρωταθλητισμός. Ρωτώντας έναν αθλητή υψηλού επιπέδου, για τη διαφοροποίηση των δύο εννοιών, εκείνος απάντησε ότι η μόνη διαφορά είναι ότι στον πρωταθλητισμό απαιτούνται (από τον εαυτό σου) περισσότερες ώρες προπόνησης, αναζητώντας την παραμικρή λεπτομέρεια και βελτίωσή της, σε σχέση με τον καθημερινό αθλητισμό.
  Ο πρωταθλητισμός είναι ίσως η εξέλιξη χρονικά και ποιοτικά της έννοιας του αθλητισμού. Επιδιώκοντας πρωταθλητισμό, για τον αθλητή σημαίνει, ότι αφιερώνει αρκετές ώρες καθημερινά για προπόνηση, εστιάζει σε λεπτομέρειες, καθορίζει την καθημερινότητά του με βάση τις αθλητικές του δραστηριότητες, το άθλημα βρίσκεται σε προτεραιότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του.
 Για να φτάσει ο αθλητής σε αυτό το επίπεδο, έχει περάσει από διάφορα στάδια εξέλιξης της καριέρας του, μέσα από τα οποία έχει αποκτήσει ανοχή και αντοχή, ψυχική και σωματική ισορροπία, συναισθηματική ωριμότητα για να αντέξει την πίεση και τις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού.
  Είναι σημαντικό να διαχωριστεί ο πρωταθλητισμός με την επιδίωξη της πρώτης θέσης και μόνο, καθώς οι αθλητές υψηλού επιπέδου, επιδιώκουν κυρίως την προσωπική τους βελτίωση, η οποία στο επίπεδο που ήδη βρίσκονται, τους δίνει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η προσωπική εξέλιξη του αθλητή είναι εκείνη που τον θέτει σε επίπεδο πρωταθλητισμού, ώστε να επιδιώκει και τις πρώτες θέσεις. 
 Τα παραπάνω στοιχεία, ως προϋποθέσεις για τον πρωταθλητισμό, τον καθιστούν εξαρχής μια δύσκολη συνθήκη για τους αθλητές μικρών ηλικιών. Και αυτό γιατί, εμφανίζονται μια σειρά από ανυπέρβλητες, πολλές φορές, δυσκολίες για την εισαγωγή του πρωταθλητισμού σε νεαρούς σε ηλικία αθλητές.
 Το κυριότερο ίσως στοιχείο αναφέρεται στο κίνητρο για το οποίο τα παιδιά εισέρχονται στον αθλητισμό. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους τα παιδιά αθλούνται είναι για να «παίξουν», να γνωρίσουν φίλους, να νιώσουν την αίσθηση της επίτευξης, να διασκεδάσουν τη συμμετοχή τους. Το κίνητρο των παιδιών και η ικανοποίησή τους είναι να αισθανθούν μέλη του συνόλου, να αρχίζουν σταδιακά να χτίζουν την αυτοεκτίμησή τους, επιτυγχάνονται μέσα από τον αθλητισμό.
Στο σημείο αυτό, ο πρωταθλητισμός θέτει σε αμφιβολία τόσο την ομαλή συνύπαρξη των παιδιών μεταξύ τους όσο και τη διασκέδασή τους, καθώς παύει να είναι παιχνίδι και γίνεται «κυνήγι της πρώτης θέσης». 
 Είναι εξίσου σημαντικό να γίνει κατανοητή η αδυναμία των νεαρών σε ηλικία αθλητών να ανταποκριθούν συναισθηματικά σε συνθήκες πρωταθλητισμού. Οι πολλές ώρες προετοιμασίας, η καθημερινή πίεση, η αδυναμία διαχείρισης δύσκολων συνθηκών και της απογοήτευσης, καθιστούν τους αθλητές αδύναμους, ως συναισθηματικά ανώριμους, λόγω της ηλικίας τους.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, μόλις ο αθλητής βιώσει την πίεση θα αντιδράσει, πιθανόν έντονα, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί από τον αθλητικό περιβάλλον. Σε μικρές ηλικίες, οι αθλητές δεν δείχνουν έτοιμοι να «αντιμετωπίσουν» τις ανάγκες του πρωταθλητισμού, με βάση της ανθρώπινή τους φύση και εξέλιξη.
 Η ενασχόληση του νεαρού αθλητή με τον πρωταθλητισμό σε μικρή ηλικία, είναι πιθανόν να συμβαίνει σε βάρος άλλων στοιχείων της καθημερινότητας, όπως το σχολείο, οι κοινωνικές του επαφές η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εστιάσει σε πρώτο επίπεδο στην ισορροπία μεταξύ των καθημερινών του δραστηριοτήτων, ώστε να αποκομίσει στοιχεία τα οποία θα αποτελέσουν τα εφόδια για την εξέλιξή του στο μέλλον.
 Είναι επίσης αποδεκτό ότι ο πρωταθλητισμός απαιτεί εστίαση στη λεπτομέρεια, τα παιδιά ωστόσο, σε επίπεδο γνωστικής ανάπτυξης, δεν είναι σε θέση να ασχοληθούν και να εστιάσουν σε λεπτομέρειες. Πολλές φορές το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι προπονητές ή οι γονείς, καθιστώντας το παιδί περισσότερο «πιόνι» παρά μια οντότητα που στοχεύει στο να αυτονομηθεί κάποια στιγμή στη ζωή του.
 Η επιδίωξη της νίκης και μόνο, σε αθλητές μικρής ηλικίας, δεν φαίνεται να αποτελεί στόχο των παιδιών και δεν συνεισφέρει στην ικανοποίηση των ίδιων των παιδιών. Τα παιδιά ικανοποιούνται γιατί ικανοποιούνται οι γονείς τους και οι προπονητές τους, αρχίζουν να συνδέουν την επιτυχία με την αποδοχή. Όταν ωστόσο η αποδοχή από τους γονείς «περνά» μέσα από την αθλητική επιτυχία, τότε δεν ικανοποιείται η «άνευ όρων αποδοχή», την οποία έχουν ανάγκη τα παιδιά για την ανάπτυξη υγιών προσωπικοτήτων.
 Σε αντίθετη περίπτωση γίνονται ανασφαλή, καταβάλλονται από διαρκές άγχος και ανησυχία, τα οποία πηγάζουν από την αμφιβολία τους ότι είναι αποδεκτά. Μια αμφιβολία η οποία ξεκίνησε «από τότε που σταμάτησα να κερδίζω στους αγώνες μου και οι γονείς μου ήταν στενοχωρημένοι για εμένα», όπως ανέφερε ένας νεαρός αθλητής.
 Ο πρωταθλητισμός σε μικρές ηλικίες φαίνεται να είναι αντίθετος με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του παιδιού στις ηλικίες αυτές. Οι έρευνες υποστηρίζουν ότι μεγάλο ποσοστό των παιδιών που επενδύουν και «επενδύονται» στον αθλητισμό σε πολύ μικρή ηλικία, ασχολούμενα με την επιδίωξη της νίκης και μόνο, σταματούν νωρίς, έχοντας ανάγκη από ψυχολογική αποφόρτιση.
 Ο πρωταθλητισμός απαιτεί προπόνηση πολύ συχνά, απαιτεί ποσότητα προπόνησης. Ωστόσο, για την συνθήκη αυτή, η φράση “too often, too much, too soon”, η οποία ισχύει στον αθλητισμό, καταδεικνύει την έμμεση σύνδεση του πρωταθλητισμού και της απόσυρσης σε μικρές ηλικίες. 
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
http://www.sportpsychologist.gr
*O κύριος Ζαρώτης Iωάννης είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος Ψυχολόγου ως απόφοιτος του Προγράμματος Ψυχολογίας του τμήματος Φιλοσοφίας- Παιδαγωγικής- Ψυχολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και απόφοιτος του Φ.Π.Ψ. Ιωαννίνων.
 Κατέχει Μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στο πρόγραμμα « Φυσική Αγωγή και Αθλητισμός» του Τ.Ε.Φ.Α.Α. Αθηνών με ειδικότητα «Αθλητική Ψυχολογία» και είναι υποψήφιος διδάκτωρ του Προγράμματος Ψυχολογίας του ΦΠΨ Αθηνών.  Είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (Σ.Ε.Ψ.), της Ελληνικής Εταιρείας Αθλητικής Ψυχολογίας (ΕΑΨ), της Ευρωπαικής Ομοσπονδίας Αθλητικής Ψυχολογίας (FEPSAC) και  της Διεθνούς Ενώσεως Εφαρμοσμένης Αθλητικής Ψυχολογίας (AASP). Επίσης είναι συνεργάτης των αθλητικών περιοδικών "Runner" και "EQUAL" σε θέματα που αφορούν στην Ψυχολογία και στην Αθλητική Ψυχολογία.